Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Ιερα Πολης Μεσολογγιου

Ειπα λοιπον να γραψω κατι και για το Μεσολογγι μιας και υπηρετησα 1 χρονο εκει...
Αυτο που παντα θα αγαπω στο Μεσολογγι ειναι η ιστορια του ειδικα τον καιρο της εξοδου.
"Ακρα του ταφου σιωπη στον καμπο βασιλευει λαλει πουλι παιρνει σπυρι και η μανα το ζηλευει. Τα ματια η πεινα εμαυρισε στα ματια η μανα μνεει."

Και πως να μην υπαρχει νεκρικη σιωπη μεσα στο Μεσολογγι.Τους ειχε αποκαμει η πεινα τον καιρο που οι Τουρκοι τους πολιορκουσαν. Ομως δεν το εβαλαν κατω.Δεν παρεδωσαν τα οπλα τους. Σκοτωσαν και φαγαν οτι ζωντανο υπηρχε στη πολη και οταν πλεον δεν εμεινε τιποτα αλλο να φανε εμεναν νηστικοι μεχρι που δεν μπορουσαν πλεον ουτε να ανοιξουν τα ματια τους...

"Στεκει ο Σουλιωτης ο καλος παραμερα και κλαιει.Ερμο τουφεκι σκοτεινο τι σε 'χω εγω στο χερι οπου εσυ μου εγινες βαρυ και ο αγαρηνος το ξερη."

Εκλαιγε ο Σουλιωτης οπως και ολοι.Οχι γιατι ηξερε οτι θα πεθαινε ειτε απο την πεινα ειτε απο βολι αλλα γιατι πλεον δεν ειχε δυναμεις να πολεμησει.Καθε φορα που σηκωνε το τουφεκι του αυτο γινονταν ολο και πιο βαρυ και τα χερια του ετρεμαν.Δεν θα μπορουσε πια να προστατεψει το Μεσολογγι και οχι γιατι ηταν νεκρος αλλα γιατι πεινουσε...

Μεχρι που δεν αντεχαν αλλο πολεμησαν. Πολεμησαν μεχρι που τα χερια του να μην μπορουν να κρατησουν οπλο.Μεχρι που τα ματια τους δεν μπορουσαν να σημαδεψουν.Και στο τελος δεν απεμειναν να πεθανουν η να παραδωθουν.Αποφασισαν πως θα καναν την ηρωικη εξοδο και θα πολεμουσαν με οτι δυναμεις του ειχαν απομεινη για να παραμεινουν ελευθεροι.Και ετσι και εγινε.Βγηκαν εξω απο το Μεσολογγι και πεθαναν ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ και με το κεφαλι ψηλα.Ετσι ακριβως οπως εζησαν και πολεμησαν.Για αυτου η ησουν ελευθερος στη ζωη η ησουν ελευθερος στον θανατο.Δεν υπηρχε τιποτα αλλο...
Ισως το πιο σωστο πραγμα που εχει γραφτει ποτε για το Μεσολογγι ειναι αυτο που βλεπεις καθως μπαινεις μεσα στην πολη.

"ΚΑΘΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΗΜΟΤΗΣ ΜΕΣΟΛΛΟΓΙΟΥ"

Τρίτη, 23 Μαρτίου 2010

Final Fantasy VII - Loveless Poem read by Genesis



Prologue
When the war of the beasts brings about the world's end
The goddess descends from the sky
Wings of light and dark spread afar
She guides us to bliss, her gift everlasting

Act I
Infinite in mystery is the gift of the goddess
We seek it thus, and take it to the sky
Ripples form on the water's surface
The wandering soul knows no rest

Act II
There is no hate, only joy
For you are beloved by the goddess
Hero of the dawn, Healer of worlds
Dreams of the morrow hath the shattered soul
Pride is lost
Wings stripped away, the end is nigh

Act III
My friend, do you fly away now?
To a world that abhors you and I?
All that awaits you is a somber morrow
No matter where the winds may blow
My friend, your desire
Is the bringer of life, the gift of the goddess
Even if the morrow is barren of promises
Nothing shall forestall my return

Act IV
My friend, the fates are cruel
There are no dreams, no honour remains
The arrow has left the bow of the goddess
My soul, corrupted by vengeance
Hath endured torment, to find the end of the journey
In my own salvation
And your eternal slumber
Legend shall speak
Of sacrifice at world's end
The wind sails over the water's surface
Quietly, but surely

Act V (made by Genesis)
Even if the morrow is barren of promises
Nothing shall forestall my return
To become the dew that quenches the land
To spare the sands, the seas, the skies
I offer thee this silent sacrifice